Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2012


Οι πολιτικοί γυρολόγοι

Πριν από πολλά χρόνια, η μεταπήδηση από το ένα κόμμα στο άλλο εθεωρείτο πράξη ατιμωτική. Η δίκη γινόταν με συνοπτικές διαδικασίες και η ετυμηγορία των ενόρκων βαριά και ασήκωτη: άρνηση και απεμπόληση των αρχών και των ιδεών. Ο κατηγορούμενος αποκηρυσσόταν και ριχνόταν στην πυρά με το ανάθεμα του αφορισμού, της αποκήρυξης. Ηταν το μίασμα της πολιτικής ζωής, κουβαλώντας τη ρετσινιά του αποστάτη για μια ζωή.
Σήμερα, η αυτομόληση στις τάξεις ενός άλλου κόμματος δεν αντιμετωπίζεται με την ίδια φόρτιση. Μπορεί αυτός που αλλάζει κόμματα σαν τα πουκάμισα να θεωρείται πρόσωπο με μειωμένη αξιοπιστία και φερεγγυότητα, με ελαστική συνείδηση, ενδεχομένως και να δέχεται κακεντρεχή σχόλια για έλλειψη αρχών και αξιών, όμως δεν στοχοποιείται, ούτε αποκηρύσσεται.
Στη λείανση των αντιδράσεων σημαντικό ρόλο έπαιξε η υποχώρηση των παλιών διαχωριστικών γραμμών καθώς και η άμβλυνση των ιδεολογικών και πολιτικών διαφορών. Σε αυτό συνέβαλε και η πολτοποίηση της πολιτικής σκηνής του τόπου, καθώς σε περιόδους κρίσης και χρεοκοπίας τέτοια φαινόμενα ενισχύονται.
Θεωρώντας, λοιπόν, την πολιτική συνώνυμο της συναλλαγής και της εξασφάλισης προσωπικής καριέρας, οι σύγχρονοι αυτόμολοι έχουν πολλαπλασιαστεί, με το ρεύμα να τους συμπαρασύρει προς τον ΣΥΡΙΖΑ.
Η εγγραφή στη λίστα αναμονής του ΣΥΡΙΖΑ
Μεταξύ των σύγχρονων αυτομόλων εξέχουσα θέση στον κατάλογο κατέχουν τα γνήσια κομματικά τέκνα του βαθέος και αρχέγονου ΠΑΣΟΚ, τα οποία ως πρώην μνημονιακά, σπεύδουν να εξαγνιστούν στην κολυμβήθρα του αντιμνημονιακού κόμματος.
Η πιο πρόσφατη προσχώρηση είναι αυτή της θεούσας της πασοκικής ορθοδοξίας, Μαριλίζας Ξενογιαννακοπούλου. Η επόμενη που αναμένεται να επιδώσει τα διαπιστευτήριά της στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ είναι η πασιονάρια του τριτοκοσμικού σοσιαλισμού, Λούκα Κατσέλη. Στον προθάλαμο της αναμονής βρίσκεται και η δασκάλα με τα χρυσά μαλλιά Σοφία Γιαννακά. Βλέπετε, οι προσχωρήσεις πρέπει να έχουν και ένα σασπένς και να εξυπηρετούν τις πολιτικές ανάγκες του κόμματος στο οποίο καταφεύγουν.
Ωστόσο, όλες αυτές οι μεταπηδήσεις, λόγω και του μικρού πολιτικού εκτοπίσματος των πρωταγωνιστών, περνάνε στα ψιλά γράμματα της επικαιρότητας. Αντιθέτως, κάποιες δεκαετίες πριν προκαλούσαν ισχυρότατες εκρήξεις στα θεμέλια του πολιτικού συστήματος.
Από αποστάτης…  Επίτιμος
Κορυφαίο παράδειγμα η περιβόητη αποστασία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη το 1965, που ξεσήκωσε  λαοθάλασσες. Η Αθήνα για πολύ καιρό συνταρασσόταν από συνθήματα του τύπου «Μητσοτάκη αποστάτη, κάθαρμα». Η απόφασή του να πάει κόντρα στον αρχηγό του κόμματός του, Γεώργιο Παπανδρέου, συμμετέχοντας στις λεγόμενες «κυβερνήσεις των αποστατών» υπό τους Αθανασιάδη-Νόβα, Τσιριμώκο και Στεφανόπουλο, θεωρήθηκε πράξη εχθρική και αντεθνική.
Η αποστασία Μητσοτάκη ταλάνισε για πολλά χρόνια την πολιτική ζωή του τόπου, φορτίζοντας τις πολιτικές αντιπαραθέσεις. Θεωρήθηκε υπαίτια για τις μετέπειτα πολιτικές ανωμαλίες, με αποκορύφωμα τη χούντα των συνταγματαρχών. Μάλιστα, την περίοδο εκείνη οι πάντες είχαν υποστηρίξει ότι ο Μητσοτάκης υπέγραψε τον οριστικό πολιτικό θάνατο.
Μετά τη Μεταπολίτευση, όμως, όχι απλώς αναστήθηκε, αλλά εκλέχθηκε και βουλευτής με το Κόμμα Νεοφιλελευθέρων. Στη συνέχεια έγινε υπουργός Εξωτερικών υπό την ηγεσία του Κωνσταντίνου Καραμανλή, και αργότερα αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας. Ο «εφιάλτης», κατά τον Ανδρέα Παπανδρέου, όχι μόνο δεν εξαφανίστηκε από την πολιτική σκηνή, αλλά τον Απρίλιο του 1990 εκλέχτηκε πρωθυπουργός της χώρας.
Μετά από όλα αυτά, οι κατηγορίες για αποστασία αμβλύνθηκαν. Σε αυτό συντέλεσε και η συνολική πολιτική διαδρομή του Μητσοτάκη. Σήμερα θεωρείται από εχθρούς και φίλους εμβληματική προσωπικότητα, ο λόγος και οι παρεμβάσεις της οποίας ακούγονται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον από όλους
Οι συνεργαζόμενοι με το μεγάλο ποτάμι της Αλλαγής του ’81
Γεγονός πάντως είναι ότι σε όλη τη μεταπολιτευτική περίοδο δεν ήταν λίγοι εκείνοι που είτε εγκατέλειψαν τα κόμματά τους προσχωρώντας σε συγγενή ή σε αντίπαλα είτε απλώς συνεργάστηκαν με άλλα πολιτικά σχήματα.
Χαρακτηριστικές οι περιπτώσεις του Γιώργου Μαύρου και του Μανώλη Γλέζου, οι οποίοι συμπαρατάχθηκαν με το ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του 1981, βάζοντας πλάτη στο «μεγάλο ποτάμι της Αλλαγής που δεν γυρίζει πίσω», όπως έλεγε ο Ανδρέας Παπανδρέου. Το ίδιο συνέβη και με τον δεξιό Γιάννη Μπούτο και τον αριστερό Αντώνη Μπριλλάκη, οι οποίοι συμπαρατάχθηκαν κι αυτοί με το ΠΑΣΟΚ καταπολεμώντας το βρόμικο ’89.
Τα παραπάνω στελέχη, ωστόσο, ήταν συνεργαζόμενα, δεν προσχώρησαν στο ΠΑΣΟΚ. Γι’ αυτό και κανείς δεν τόλμησε να τους εγκαλέσει. Αλλωστε, και οι τέσσερις είχαν το δικό τους πολιτικό εκτόπισμα, δεν αποποιήθηκαν τις ιδέες και τις απόψεις τους, δεν ήταν πολιτικοί παντός καιρού.
Τα αταίριαστα ζευγάρια του 2004
Μια άλλη τετράδα που συνεργάστηκε με το ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του 2004 ήταν τα λεγόμενα «αταίριαστα ζευγάρια» των Στέφανου Μάνου - Ανδρέα Ανδριανόπουλου και Μαρίας Δαμανάκη - Μίμη Ανδρουλάκη. Ως υποψήφιοι στο Επικρατείας, διατήρησαν τις προσωπικές πολιτικές τους απόψεις.
Ετσι, όταν οι προερχόμενοι από τη Νέα Δημοκρατία οπαδοί του φιλελευθερισμού διαπίστωσαν ότι το ΠΑΣΟΚ του ΓΑΠ παλινδρομεί στο παρελθόν, πήραν το καπελάκι τους και έφυγαν.
Η πασοκοποίηση της Δαμανάκη
Αντίθετα, η Δαμανάκη πασοκοποιήθηκε. Η πρώην πρόεδρος του Συνασπισμού, έχοντας πλούσια εμπειρία, φρόντισε εγκαίρως να πάρει θέση παρά τω νέω αρχηγώ, γνωρίζοντας ότι οι μετοχές στα προεδρικά περιβάλλοντα είναι κερδοφόρες. Την εύκολη προσαρμογή της στο νέο κομματικό περιβάλλον εξετίμησε ο αρχηγός, διορίζοντάς την επίτροπο στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Ο ναρκισσισμός του Μίμη
Η περίπτωση του Ανδρουλάκη κινείται σε διαφορετική τροχιά. Τη μια εμφανιζόταν ως πασόκος, φανατικός οπαδός του ΓΑΠ, στον οποίο απέδιδε εύσημα καινοτομίας, από την άλλη το έπαιζε ανεξάρτητος, αυτόνομος και ωραίος. Με αυτή τη σχιζοειδή και δισυπόστατη συμπεριφορά και με τη δικαιολογία ότι ήταν συνεργαζόμενος με το ΠΑΣΟΚ, δήλωσε τις προάλλες την αποχώρησή του.
Οσοι τον γνωρίζουν καλά αντιμετωπίζουν την περίπτωσή του ως ξεχωριστή. Κι αυτό γιατί κυρίαρχο χαρακτηριστικό του Ανδρουλάκη είναι ο ναρκισσισμός του. Θεωρώντας τον εαυτό του μοναδικό, αυτοθαυμάζεται και αυτοπροβάλλεται ως ο άνθρωπος που τα γνωρίζει όλα και τα έχει προβλέψει όλα. Είναι ο πρώτος σε διεθνές επίπεδο που προέβλεψε την παγκόσμια οικονομική κρίση, αλλά και είναι και ο μοναδικός που διαθέτει απαντήσεις για την επίλυσή της. Οπως λέει πρώην φίλος του, «ο Ανδρουλάκης το μόνο που δεν γνωρίζει, που δεν έχει προβλέψει, είναι η μέρα του θανάτου του».
«Ματώνοντας» κι αυτός για τη σωτηρία της χώρας, στήριξε με πάθος όλες τις κορυφαίες επιλογές του Γιώργου Παπανδρέου. Ψηφίζοντας τα μνημόνια, τα μεσοπρόθεσμα και τις δανειακές συμβάσεις, αντιμετώπισε συνειδησιακή κρίση. Αντιλαμβανόμενος εκ των υστέρων την ιστορική του ευθύνη, επιστρέφει ως άσωτος υιός στα πάτρια εδάφη, «φλερτάροντας» δημόσια με τον αριστερό Αλέξη, του οποίου, όπως δηλώνει τελευταία, εκτιμά το μυαλό. Τώρα, το τι ψάρια θα πιάσει, επιλέγοντας να αποχωρήσει από το ΠΑΣΟΚ, στο οποίο πριν από χρόνια προσχώρησε, είναι ένα άλλο κεφάλαιο.
Οι παραπάνω περιπτώσεις συνεργασίας, βεβαίως, καμία σχέση δεν έχουν με τις σημερινές αυτομολήσεις, οι οποίες, ανεξάρτητα από το με ποια γαρνιτούρα εμφανίζονται, δεν έχουν πολιτικό υπόβαθρο. Εξυπηρετούν μόνο προσωπικές ιδιοτέλειες.
Ο μποτιλιαρισμένος δρόμος προς τον ΣΥΡΙΖΑ
Εξάλλου, το μποτιλιάρισμα του δρόμου που οδηγεί προς τον ΣΥΡΙΖΑ επιβεβαιώνει με τον καλύτερο τρόπο τις πραγματικές προθέσεις των αναζητούντων νέα πολιτική στέγη. Βλέποντας το καράβι να βουλιάζει, οι αξιωματούχοι του παλαιού ΠΑΣΟΚ τρέχουν σαν τα ποντίκια να κρυφτούν στη μεγάλη αγκαλιά της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ή, για να θυμηθούμε την ιστορική φράση του Ανδρέα Παπανδρέου, «κατεβαίνει ένας ένας από το τρένο, μετά τον εκτροχιασμό του».
Μετά τις μεγάλες υπηρεσίες που προσέφεραν για τη χρεοκοπία της χώρας, τα διάφορα μπουμπούκια του παπανδρεϊκού στερεώματος, παλιάς και νέας κοπής, ανερυθρίαστα και χωρίς καθόλου τσίπα, αναζητούν πολιτικό ρόλο σε άλλο κομματικό μαγαζί. Αφού, μαζί με τον πρόεδρό τους Γιώργο Παπανδρέου «έσωσαν» δύο τρεις φορές τη χώρα, τώρα, πατώντας στα συντρίμμια που άφησαν πίσω τους, προσπαθούν να σώσουν και την πολιτική τους καριέρα.
Μάλιστα, κάποιοι απέδρασαν μετά την υπερψήφιση των μνημονίων, του μεσοπρόθεσμου προγράμματος και των δανειακών συμβάσεων. Τώρα, το πώς συμβιβάζεται το μνημονιακό τους παρελθόν με τον σκληρό αντιμνημονιακό αγώνα του συντρόφου Τσίπρα είναι για αυτούς ψιλά γράμματα. Αν παρακολουθήσει κανείς την πολιτική διαδρομή τους, μπορεί άνετα να βγάλει τα συμπεράσματά του.
Η χαμηλοβλεπούσα Μαριλίζα
Πρώτη και καλύτερη η χαμηλοβλεπούσα Μαριλίζα. Το 1996, χέρι χέρι με τον μέντορά της Χρήστο Παπουτσή, είχαν δώσει σκληρές μάχες για λογαριασμό του Ακη Τσοχατζόπουλου. Μετά την ήττα του, λοιπόν, είχαν πιάσει στασίδι στις συνεδριάσεις της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΑΣΟΚ, καταψηφίζοντας όλες τις εισηγήσεις του τότε προέδρου του κόμματος.
Κριτική ήταν και η στάση τους και στα πεπραγμένα της κυβέρνησης Σημίτη. Ωστόσο, όταν του προτάθηκε, ο Χρήστος Παπουτσής αποδέχθηκε τη θέση του υπουργού Ναυτιλίας στην κυβέρνηση του «φιλέλληνα και δεξιού λογιστή», όπως συνήθιζε να τον αποκαλεί, δίνοντας μάχη να κάνει τη Μαριλίζα γενική γραμματέα του υπουργείου, λέγοντας στον Σημίτη που αντιδρούσε ότι είναι ο μόνος δικός του άνθρωπος τον οποίο μπορεί να εμπιστευθεί. Μετά το «Σάμινα», όμως, οι εκδρομείς του ’96 αποχαιρέτησαν τη ναυτιλία με κατεβασμένο κεφάλι.

Από τη γραμματειακή υποστήριξη του ΓΑΠ στις Βρυξέλλες
Ωστόσο, το άστρο της Μαριλίζας δεν έσβησε. Οταν ο ΓΑΠ έγινε αρχηγός του ΠΑΣΟΚ, την έχρισε γενική γραμματέα του κόμματος, κάνοντας τον πασοκικό κόσμο να αναρωτιέται αν ο πρόεδρος καταργεί τη θέση του γραμματέα του κόμματος, αφού στην ουσία η Μαριλίζα είχε αναλάβει τη γραμματειακή στήριξη του ίδιου.
Στη συνέχεια, αναγνωρίζοντας προφανώς τις καλές της υπηρεσίες, τη διόρισε ευρωβουλευτή. Πολλοί κακεντρεχείς ισχυρίζονται ότι ο ΓΑΠ, αισθανόμενος να απειλείται από τα ταλέντα και τις ικανότητές της, την εξόρισε στο Στρασβούργο.

Η Υγεία βρίσκει τη νοσοκόμα της…Οταν το ΠΑΣΟΚ ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας, η Μαριλίζα ανακλήθηκε από τις Βρυξέλλες για να «φροντίσει σαν καλή νοσοκόμα» (είπε κάποιος) μαζί με τη Φώφη Γεννηματά την Υγεία.
Στον πρώτο του ανασχηματισμό, ο Γιώργος Παπανδρέου επιβράβευσε, κατά την προσφιλή του συνήθεια, την παταγώδη αποτυχία της, αναβαθμίζοντάς τη σε αναπληρωτή υπουργό Εξωτερικών με αρμοδιότητα τις ευρωπαϊκές υποθέσεις. Οι Βρυξέλλες, άλλωστε, ήταν γι’ αυτήν οικείο περιβάλλον. Πολλοί ήταν αυτοί που τη θυμόντουσαν από παλιά να κρατά την τσάντα του ευρωβουλευτή και μετέπειτα επιτρόπου Χρήστου Παπουτσή.
Μια υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων που δεν πιστεύει στην Ευρώπη…
Τώρα, λοιπόν, η Μαριλίζα με το άρθρο της στην «Αυγή» προαλείφει το έδαφος για τη μετακόμισή της στον ΣΥΡΙΖΑ. Είχε προηγηθεί η θρασύσατη παραίτησή της από το υπουργείο Εξωτερικών λίγο πριν από τις εκλογές, με αφορμή τους εφαρμοστικούς νόμους, ενώ προηγουμένως είχε φανατικά υποστηρίξει όλα τα μνημόνια, τα μεσοπρόθεσμα και τις δανειακές συμβάσεις. Το είδαμε κι αυτό: Η υπεύθυνη των ευρωπαϊκών υποθέσεων καταψηφίζει τους εφαρμοστικούς νόμους, υποθάλποντας στη ουσία την παραμονή της χώρας στην ΟΝΕ και την Ευρωπαϊκή Ενωση!
Ο ακτιβιστής Βουδούρης
Ενα άλλο εξωτικό μπουμπούκι του ανθόκηπου του ΓΑΠ, που τον εγκατέλειψε νωρίς πριν από τις εκλογές του Μαΐου για να πάει στη ΔΗΜ.ΑΡ., είναι ο πρόεδρος της ΜKO της Μάργκαρετ «Κάθε μέρα πολίτης» και αυτοαποκαλούμενος «ακτιβιστής» Οδυσσέας Βουδούρης.
Στην αρχή, αντιμετωπίζοντας τον Παπανδρέου ως αναμορφωτή του τόπου και ινστρούχτορα της διεθνούς σοσιαλιστικής σκέψης, του έπλεκε ανά εβδομάδα το εγκώμιο. Ψηφίζοντας τις οριζόντιες περικοπές χαμηλοσυνταξιούχων και χαμηλόμισθων, είχε πιστέψει πως η Ελλάδα θα γίνει Δανία της Μεσογείου.
Οταν όμως είδε το πλοίο να βουλιάζει και τον καπετάνιο να εγκαταλείπει πρώτος, φρόντισε να αποβιβαστεί στη σωσίβια λέμβο της ΔΗΜ.ΑΡ. Ωστόσο, μαθημένος στις μεγαλομανίες του φίλου του, ΓΑΠ, φαίνεται να ασφυκτιά εκεί και αρχίζει να ρίχνει τα δίχτυα του προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Να μην πάει άπατη, μετά τη χώρα, και η πολιτική του καριέρα!
«Καλύτερες μέρες» με Λούκα και Γεράσιμο
Ωστόσο, οι μεταγραφές δεν σταματούν εδώ. Οπως φημολογείται, η Λούκα Κατσέλη θα είναι το νέο μεταγραφικό απόκτημα του ΣΥΡΙΖΑ. Οι αντιδράσεις που προκλήθηκαν από κάποιους συριζαίους μπορεί να της στέρησαν την εκλογή της τον Ιούνιο, η ίδια όμως δεν το βάζει κάτω.
Ευρισκόμενη η πρώην υπουργός Οικονομικών και Εργασίας σε συνεχή επικοινωνία με τον Τσίπρα, έχουν και οι δύο συμφωνήσει η προσχώρησή της στο κόμμα να γίνει με ήπιο τρόπο για να περάσει όσο το δυνατόν πιο ανώδυνα. Στο κλίμα αυτό εντάσσεται και η προχθεσινή εμφάνισή της μετά του συζύγου Γεράσιμου Αρσένη στην παρουσίαση του βιβλίου τού Γιάννη Δραγασάκη.
Πάντως, η προσέγγιση με την οικογένεια δεν είναι τυχαία. Ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να εκτιμά και να εμπιστεύεται τον Αρσένη. Μετά την «πόρτα» που έφαγε στο συμβούλιο αρχηγών, όπου τον είχε προτείνει για υπηρεσιακό πρωθυπουργό, σήμερα του προβάρει το κουστούμι του μελλοντικού Προέδρου της Δημοκρατίας.
Ισως πάλι ο Τσίπρας, έχοντας δίπλα του τον τσάρο της οικονομίας της δεκαετίας του ’80, σχεδιάζει να υποσχεθεί κι αυτός σαν άλλος Ανδρέας «καλύτερες μέρες». Εμείς, ωστόσο, οφείλουμε να του θυμίσουμε ότι τις «καλύτερες μέρες» διαδέχτηκε ένα σκληρό πρόγραμμα λιτότητας.
Τελικά σ’ αυτή τη χώρα όλα είναι πιθανά να συμβούν. Ακόμη και να δούμε τον ίδιο τον ΓΑΠ, μετά τη σταδιοδρομία του στο Χάρβαρντ, να προσχωρεί στον ΣΥΡΙΖΑ.
Ενας έρωτας που δεν κράτησε πολύ…
Αντίστοιχη με του Οδυσσέα Βουδούρη είναι και η διαδρομή του άλλοτε φανατικού θαυμαστή του ΓΑΠ, μετέπειτα βουλευτή της ΔΗΜ.ΑΡ. και τώρα ανεξάρτητου Γιάννη Μιχελογιαννάκη, ο οποίος επίσης προβάρει το κουστούμι  του ΣΥΡΙΖΑ.
Οι σύντεκνοί του στο Ηράκλειο της Κρήτης, ενθυμούμενοι τους ύμνους που έκανε πριν και μετά το 2009 για τον Γιώργο Παπανδρέου, καθώς και το πάθος των θερμών του λόγων, μέχρι και που τον παρεξήγησαν. Οταν, δε, σε δημόσια ομιλία του έφτασε σε σημείο να τον συγκρίνει με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, μέχρι και οι ψηφοφόροι του εξανέστησαν, λέγοντάς του: «Ρε κουμπάρε, εμείς πίνουμε, εσύ μεθάς;
Αντιγραφη απο : AxiaPlus.gr