Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2016

΄΄Τα Χριστούγεννα του μικρού Νικόλα΄΄ Διήγημα του Παύλου Βασιλάτου*



Ο Νικόλας δεν μπόρεσε να κοιμηθεί πολύ για μια ακόμη νύχτα. Κοίταξε το ρολόι στο διπλανό κομοδίνο. Ήταν 04:30 το πρωί ακριβώς. Κανονικά θα έπρεπε ήδη να έχει κτυπήσει το ξυπνητήρι , να έχει σηκωθεί και να ετοιμάζεται για το σχολείο.

Θα έπρεπε να έχει ντυθεί γρήγορα, γρήγορα  για να βοηθήσει μία περίπου ώρα τον πατέρα του στη στάνη που ήταν ακριβώς δίπλα από το σπίτι του. Θα επέστρεφε για ένα γρήγορο μπάνιο γιατί η δουλειά του τσοπάνη ήταν περήφανη αλλά συνάμα και βρώμικη όπως συνήθιζε να λέει ο αγαπημένος του πατέρας. Θα έτρωγε ένα γρήγορο πρωινό που θα είχε ετοιμάσει ειδικά γι αυτόν η πολυαγαπημένη του μητέρα. Στις 6:00 περνούσε το μικρό μισθωμένο όχημα έξω από το σπίτι του που θα τον μετέφερε στο Κεφαλοχώρι. Εκεί θα συναντούσε τα υπόλοιπα παιδιά της περιοχής για να πάνε  με το λεωφορείο στο Γενικό Λύκειο της Κωμόπολης.
Ήταν ήδη μαθητής της Α Λυκείου. Όμως γιατί δεν είχε κτυπήσει το ξυπνητήρι;
- Καλά Χριστούγεννα γιέ μου. Σήκω να βοηθήσεις τον πατέρα σου στο μαντρί. Ήταν η γλυκιά  φωνή της μητέρας του που τον καλούσε
στη καθημερινή σκληρή πραγματικότητα. Στη καθημερινή υποχρεωτική εργασία.  Άνοιξε το κινητό του και είδε την ημερομηνία. Πράγματι ήταν 24 Δεκεμβρίου. Παραμονή Χριστουγέννων. Δεν είχε σχολείο. Ήταν η πρώτη ημέρα των διακοπών. Ευτυχώς που είχε διακοπές. Δεν άντεχε άλλο. Ήθελε ξεκούραση.
Η αλήθεια ήταν ότι ο Νικόλας δεν ήθελε μόνο ξεκούραση. Ήθελε βοήθεια για να παρακολουθήσει τα μαθήματα του Λυκείου. Με το ζόρι είχε περάσει  το Γυμνάσιο. Όλοι του έλεγαν να μη συνεχίσει στο  Λύκειο γιατί δεν θα τα καταφέρει. Η υποχρεωτική εκπαίδευση στην Ελλάδα σταματά στο Γυμνάσιο. Γιατί να συνεχίσει στο Γενικό Λύκειο;
Παρατηρούσε ότι οι περισσότεροι συμμαθητές του είχαν βοήθεια το απόγευμα. Αρκετοί από αυτούς πήγαιναν σε ομαδικά φροντιστήρια και άλλοι έκαναν ιδιαίτερα μαθήματα. Αυτός έπρεπε να αρμέξει τα γίδια και τα πρόβατα και να καθαρίσει τη στάνη. Λογικό ήταν οι συμμαθητές του που είχαν βοήθεια να έχουν λύσει όλες τις απορίες τους ιδιαίτερα στα θετικά μαθήματα(Μαθηματικά, Φυσική , χημεία). Ήταν σαφώς καλύτεροι από αυτόν. Άκουγε τους καθηγητές να τους επευφημούν. Γι αυτόν τίποτα.
Ούτε ένα μπράβο. Γι αυτόν παρατηρήσεις και ωριαίες αποβολές επειδή μιλούσε με τον φίλο του τον Αντώνη που καθόταν δίπλα του. Ο Αντώνης είχε τις ίδιες μαθησιακές δυσκολίες. Όπως ήταν φυσικό στις περισσότερες ώρες μιλούσαν κάνοντας  φασαρία και ενοχλώντας το μάθημα  και τον καθηγητή. Μερικές φορές η φασαρία γινόταν άθελα τους. Αρκετές φορές γινόταν εσκεμμένα , από αντίδραση, σε καθηγητές που δεν <<πήγαιναν>>, σε καθηγητές που δε θα έπρεπε να μπαίνουν σε τάξη όπως για παράδειγμα σε ένα καθηγητή που του είχε πει απαξιωτικά.<< Εσύ δεν κάνεις για σχολείο. Φύγε πήγαινε στο βουνό να φυλάξεις τα γίδια σου>>
Θυμήθηκε την Ειρήνη. Η Ειρήνη ήταν μια όμορφη λεπτοκαμωμένη μαθήτρια της Β Γυμνασίου. Του άρεσε πάρα πολύ αυτή η κοπελίτσα. Θα ήθελε πολύ να τα φτιάξει μαζί της. Είχε προσπαθήσει πολλές φορές να της μιλήσει στα κοινά διαλείμματα των συστεγαζόμενων σχολείων, αλλά αυτή δεν του έδινε καμία σημασία. Μια φευγαλέα ματιά του έριχνε και μετά έφευγε τρέχοντας. Ο Νικόλας φοβόταν πολύ να προχωρήσει. Φοβόταν μήπως η Ειρήνη τον καταγγείλει στους διευθυντές των σχολείων για παρενόχληση. Είχε ακούσει μια καθηγήτρια να τους μιλά για τη σχολική παρενόχληση. Χρησιμοποιούσε μια ξένη ορολογία. Ο Νικόλας προσπάθησε να την θυμηθεί. Ούτε με τα Αγγλικά τα πήγαινε καλά. Ποτέ δε μπόρεσε να καταλάβει γιατί ήταν υποχρεωμένοι να μαθαίνουν Αγγλικά. ‘Έλληνες ήταν . Εδώ οι περισσότεροι συμμαθητές του δεν γνώριζαν καλά Ελληνικά. Μετά από αρκετές προσπάθειες θυμήθηκε ότι μάλλον τη σχολική παρενόχληση την έλεγαν << Bullying >>  ή τέλος πάντων κάτι τέτοιο. Μα καλά εάν μιλήσεις σε μια κοπέλα επειδή σου αρέσει θεωρείται < αναρωτήθηκε.
Αφού  βοήθησε τον πατέρα του στις καθημερινές δουλειές βγήκε έξω στο χωριό για να πάει μια βόλτα. Το χωριό ήταν έρημο. Δεν υπήρχε ψυχή. Δεν είδε καμία παρέα μικρών παιδιών να λένε τα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα , όπως τα παιδιά στην Αθήνα που είχε δει πριν από λίγο στη τηλεόραση. Έφθασε στο μοναδικό καφενείο του χωριού. ‘Άνοιξε τη πόρτα και κοίταξε μέσα. Στο κέντρο του μαγαζιού βρισκόταν η ξυλόσομπα που ήταν αναμμένη. Έκανε πολύ κρύο. Γύρω από  δύο τραπέζια κάθονταν οι κλασσικοί συνηθισμένοι άνθρωποι. Γύρω από το πρώτο δύο γέροι συνταξιούχοι έπιναν το καφέ τους και κουτσομπόλευαν. Στο δεύτερο τέσσερα γεροντοπαλίκαρα βοσκοί έπαιζαν πρέφα βρίζοντας και βλασφημώντας Θυμήθηκε τα λόγια του πατέρα του. 
<< Νικόλα μου. Παιδί μου. Μάθε γράμματα. Θέλω όταν μεγαλώσεις με το καλό να παντρευτείς. Να κάνεις οικογένεια.  Δεν θέλω να καταντήσεις σαν αυτούς.>>
Είπε μια τυπική <<καλημέρα>> και ένα τυπικό << καλά Χριστούγεννα>>  και έκλεισε βιαστικά την πόρτα. Επειδή δεν του άρεσε η πραγματικότητα, δηλαδή η ζωή στο χωριό, αποφάσισε να πάει στη εικονική πραγματικότητα. Πήγε κατ ευθείαν στο δωμάτιο του και άνοιξε τον υπολογιστή του. Είχε φροντίσει να κλειδώσει την πόρτα για να μην μπει ξαφνικά μέσα η μητέρα του. Περιηγήθηκε για λίγο στις ειδησεογραφικές σελίδες. Πόλεμοι, σκοτωμοί, οικονομική κρίση. Παντού δυστυχία. Τα είχε βαρεθεί όλα αυτά. Άνοιξε τις αθλητικές ιστοσελίδες για να δει τα νέα της αγαπημένης του ομάδας του Παναθηναϊκού. Και εκεί απογοήτευση. Για μια ακόμη χρονιά φαινόταν ότι το πρωτάθλημα θα το πάρει ο Ολυμπιακός.
Θυμήθηκε τι του είχε προτείνει ο άλλος του ο φίλος ο Μάκης στο σχολείο. << Άνοιξε αυτή την ιστοσελίδα ρε μαλάκα.  Θα δεις πολύ ωραίες <<τσόντες>> θα τραβήξεις καμία μαλακία και έτσι θα τη βρεις>> . Ο Νικόλας ακολούθησε τη συμβουλή του φίλου του. Άνοιξε την ιστοσελίδα πορνό. Χάζεψε για λίγο μερικές ακατάλληλες σκηνές. Έκλεισε την ιστοσελίδα νοιώθοντας ενοχές. << Όχι δεν είναι αυτός έρωτας. Δεν πρέπει να είναι αυτός ο αληθινός έρωτας>> σκέφτηκε.
Άνοιξε τη διεύθυνση του στο Face book. Κοίταξε τα αναπάντητα αιτήματα φιλίας που είχε κάνει στην Ειρήνη. Της έκανε ακόμα ένα, αν και γνώριζε ποια θα ήταν ή κατάληξη. Είδε ότι είχε ένα νέο αίτημα φιλίας με το εξής μήνυμα: << Γεια. Με λένε Ελένη. Είμαι 20 χρονών. Κατοικώ μόνιμα στην Αθήνα . Είμαι φοιτήτρια. Είδα τη φωτογραφία που έχεις στο προφίλ σου. Αυτή που είσαι στο βουνό με το πρόβατο στην αγκαλιά. Μου αρέσεις. Θέλω να γνωριστούμε>>.
Άκουσε τη μητέρα του να κτυπά τη πόρτα του δωματίου του
- Νικόλα γιατί έχεις κλειδώσει; Τι κάνεις εκεί;  Έλα το τραπέζι είναι έτοιμο. 
       Ο Νικόλας επανήλθε στην πραγματικότητα. Πριν κλείσει τον υπολογιστή του έστειλε το παρακάτω μήνυμα στην Ειρήνη , στην Ελένη , σε όλους τους φίλους του.
 ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ.


Υ.Γ. Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα , τοποθεσίες , χωριά είναι εντελώς συμπτωματική. 


Ο Παύλος Βασιλάτος είναι Μαθηματικός. Διευθυντής του Γενικού Λυκείου Σάμης

Αναδημοσιευση απο : Vlahata samis.gr