Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2014

Οι Ριζοσπάστες όλων των εποχών είναι δάσκαλοι . Γράφει ο Γιάννης Κρούσος



Γράφει ο Γιάννης Κρούσος
Είχα την τύχη να γνωρίσω δασκάλους.  Τον Γιώργο Αλισανδράτο, φίλο του πατέρα μου. Τον Σπύρο Λουκάτο, καθηγητή μου στη Σχολή Υπομηχανικών. Τον Πέτρο Πετράτο, φίλο μου.
«Συμπτωματικά», από αυτούς έμαθα την «αλφαβήτα» του Ριζοσπαστισμού. Κι από τον Πέτρο, ακόμα μαθαίνω, κάθε φορά που γράφει.
Δεν έχω να προσθέσω ή να αφαιρέσω κάτι από το άρθρο του Πέτρου Πετράτου «Για τον Ριζοσπαστισμό και την Ένωση». Μου πρόσθεσε κι άλλη γνώση.
Η δική μου επισήμανση, που είναι και ο σκοπός της γραφής μου, είναι για να επαναλάβω ότι η ιστορία δεν είναι για τα μουσεία. Ο Ριζοσπαστισμός, όπως εμφανίστηκε στα Επτάνησα, μπορεί να είναι μία πλήρης απάντηση σε σημερινά προβλήματα. Αντιμετώπιση των σημερινών προβλημάτων δεν μπορεί να υπάρξει, δίχως ριζοσπαστικές λύσεις. Και ριζοσπαστικές λύσεις δεν μπορούν να υπάρξουν, δίχως ακραία και απόλυτη ενότητα.

Οι Ριζοσπάστες όλων των εποχών είναι δάσκαλοι.
Στην εποχή, που τίποτα δεν μας ενώνει, το άρθρο του Π. Πετράτου έρχεται να μας θυμίσει κάτι που, σήμερα, θεωρείται αδιανόητο:
Ο «βασιλόφρων» Ηλίας Ζερβός-Ιακωβάτος και ο «σοσιαλίζων» Ιωσήφ Μομφερράτος παρέμειναν ενωμένοι ως το τέλος σε κοινό αγώνα.
Τότε, τους ένωναν και, σήμερα, πρέπει να μας ενώσουν(αλλιώς είμαστε χαμένοι), δύο, μόνο, πράγματα:
 «Eπειδή η ανεξαρτησία, η κυριαρχία και η εθνικότης εκάστου λαού είναι δικαιώματα φυσικά και απαράγραπτα…».
Αυτό το σημείο εκκίνησης του ψηφίσματος της Θ΄ Ιονίου Βουλής πρέπει και μπορεί να είναι και σήμερα η αφετηρία μιας τωρινής και μεγάλης πολιτικής ενότητας.
«Απελευθέρωση και Δημοκρατία», θα το λέγαμε.
Όπως και τότε έτσι και σήμερα, έχουμε κατοχή. Τότε με τα όπλα, σήμερα, με το χρέος.
Αυτό, όμως, σήμερα, κάποιοι το αμφισβητούν. Πρώτοι απ’ όλους, το αμφισβητούν το σύνολο  των ελληνικών κοινοβουλευτικών κομμάτων. Δρουν και προτείνουν «λύσεις», σαν να μην υπάρχει εξάρτηση και κατοχή. Σαν να μπορούν να λύσουν το πρόβλημα, δίχως την αναγκαία ανεξαρτησία από τους ιδιοκτήτες του χρήματος, που δημιουργούν ένα πολιτικό και, βαθύτατα, ψεύτικο χρέος.
Τα σημερινά κόμματα είναι κληρονόμοι της σκέψης του Λομβάρδου: Ισχυρίζονται ότι μπορούμε να ζήσουμε, αποδεχόμενοι την Βρετανική επικυριαρχία, τότε, τη χρηματιστική αυτοκρατορία, σήμερα.
Αυτή ήταν και είναι η διαφορά μιας Ριζοσπαστικής πολιτικής με όλες τις άλλες πολιτικές(«Καταχθόνιους», «μεταρρυθμιστές» και ενωτικούς» του σήμερα). Όλοι οι άλλοι αποδέχονται την επικυριαρχία και για «κυριαρχία του λαού», ούτε λόγος. Είναι όλοι ανειλικρινείς και υποτακτικοί στα κελεύσματα των «μεγάλων δυνάμεων» κάθε εποχής.
Κόμμα, λοιπόν, «στο βαθμό που κόμμα είναι όλος ο λαός». Αλλιώς, το κόμμα, από το ρήμα «κόπτω», σημαίνει διαίρεση, που διαιωνίζει την υποτέλεια κι εμποδίζει την απελευθέρωση. Το έργο το ζήσαμε με ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, θα το ζήσουμε με ΣυΡιΖα, Χ.Α. ή οποιονδήποτε άλλο συνδυασμό και παραλλαγή αυτών.
Στο βαθμό που θεωρείται «ιδεολογικοπολιτική» διαφορά το δίλημμα «Ανεξαρτησία ή Υποτέλεια», τότε και σήμερα, χωρίζει άβυσσος τους «Ενωτιστές» όλων των ειδών και τους «Ριζοσπάστες» όλων των κατηγοριών.
Εμείς, πάντως, αυτό το θεωρούμε «εγκληματική» διαφορά.
Για τους ριζοσπάστες κάθε εποχής τα σχέδια της διεθνούς διπλωματίας ήταν και είναι «επί βλάβη ουχί επ’ ωφελεία της Ελλάδος»(Ζερβός-Ιακωβάτος), ενώ οι υπόλοιποι «διαπραγματεύονται» «Όχι μόνον (με) τον διάβολον, αν στείλωσι βασιλέα εις την Ελλάδα, αλλ’ έτι χειρότερον…»(Λομβάρδος).
Ζούμε το «χειρότερο από τον διάβολο», γιατί μας πείσανε ότι ο διάβολος είναι ο Θεός,  τον οποίο πρέπει να υπακούμε.

«Δεν είναι της παρούσης εποχής να υβρίζωμεν τους δυνατούς» (κερκυραϊκή εφημερίδα Νέα Εποχή, Απρίλιος 1858).
«Δεν έχουμε τη δύναμη να τα βάλουμε με τους δυνατούς» (όλοι εν χορώ, σήμερα).
«Δεν χρωστάμε. Μας χρωστάνε» (Ριζοσπάστες του σήμερα).

Γιάννης Κων. Κρούσος
Φαρακλάτα Κεφαλονιάς


Read more: http://www.kefalonitikanea.gr/2014/12/blog-post_72.html#ixzz3LNpERrrX

Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2014

Η 5η ΕΛΜΕ για το Νικο Ρωμανο.


Στις 6 Δεκέμβρη του 2008 ο μαθητής Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος ξεψύχησε από σφαίρες αστυνομικού στην αγκαλιά του παιδικού του φίλου Νίκου.
Ο έφηβος Νίκος, ο Νίκος Ρωμανός, διάλεξε ένα δικό του προσωπικό τρόπο να συγκρουστεί με ένα κράτος δολοφόνων, που τροφοδοτείται από μια κοινωνία απάθειας, αδιαφορίας και συνενοχής. Ταυτόχρονα, εξαντλώντας τα περιθώρια που παρέχει το σκληρό, ταξικό σύστημα εκπαίδευσης, που εμείς οι καθηγητές και οι γονείς σας αντιμετωπίζουμε μαζί σας, ο Νίκος έγινε φοιτητής.
Από τον Φλεβάρη του 2013, που συνελήφθη για ληστεία στον Βελεβενδό Κοζάνης, επανηλειμένα βασανίστηκε, κακοποιήθηκε βάναυσα από τους ανθρωποφύλακες συναδέλφους του δολοφόνου του φίλου του, του Αλέξη.
Όλο αυτό το διάστημα της φυλάκισης και των κακοποιήσεων, ο Νίκος αρνήθηκε να προσκυνήσει. Κράτησε ψηλά το κεφάλι, αντιστάθηκε, έφτυσε στα μούτρα τους βασανιστές του και τους πολιτικούς τους προϊσταμένους, που φτάνουν μέχρι και τον «αγωνιστή» Πρόεδρο της σημερινής «Δημοκρατίας».
Για τον λόγο αυτό, το κράτος των δολοφόνων τον τιμώρησε με έναν ακόμα τρόπο, που παραβιάζει τους ίδιους του τους νόμους: Του στέρησε το δικαίωμα στις εκπαιδευτικές άδειες, μην αφήνοντάς του την παραμικρή χαραμάδα ανάσας στις απάνθρωπες συνθήκες που ζει. Ούτε αυτή η τιμωρία τον τσάκισε. Από τις 10 του Οκτώβρη ο Νίκος Ρωμανός βρίσκεται σε απεργία πείνας διεκδικώντας το αυτονόητο στοιχειώδες δικαίωμά του στη μόρφωση.
Έτσι, το κράτος των δολοφόνων αποφάσισε, έξι χρόνια μετά τη δολοφονία του φίλου του Αλέξη, να οδηγήσει και τον Νίκο στο θάνατο, απορρίπτοντας την αίτησή του.
Η στάση του κράτους απέναντι στον Νίκο Ρωμανό, συμβολίζει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο τη στάση του Συστήματος, που αυτό το κράτος εκπροσωπεί, απέναντι στη σημερινή νεολαία, σε εσάς, στα παιδιά μας:
Το ίδιο κράτος που δολοφόνησε τον Αλέξη, που βασανίζει και οδηγεί στον θάνατο το Νίκο, είναι το κράτος που κλείνει σχολεία, που απολύει δασκάλους, σχολικούς φύλακες και καθαρίστριες. Το κράτος των Τραπεζιτών και των «τραπεζών θεμάτων», που επιχειρούν να βάλουν ταφόπλακα στα όνειρα και στις ανάγκες σας, οδηγώντας σας στην ανεργία, σε μια ζωή μίζερη και χωρίς δικαιώματα, με σκυμμένο κεφάλι. Είναι το ίδιο το κράτος, που σας κλείνει πονηρά το μάτι, με τους ένστολους υπάλληλους ή συνεργαζόμενους ναζί νταήδες του λέγοντάς σας: «Αν θέλεις να έχεις κάποιες πιθανότητες σωτηρίας, γίνε το ίδιο βάρβαρος με εμάς».
Εμείς οι καθηγητές της Ε΄ ΕΛΜΕ θεωρούμε ότι, άσχετα από τη γνώμη που ο καθένας μπορεί να έχει για τις προσωπικές επιλογές αντίστασης του Νίκου Ρωμανού, η αφαίρεση των μορφωτικών του δικαιωμάτων είναι απαράδεκτη και πρέπει να ανατραπεί. Απαιτούμε άμεση αποκατάσταση των δικαιωμάτων αυτών. Στεκόμαστε στο πλάι κάθε μαθητή μας, που διεκδικεί, φτάνοντας να θυσιάσει ακόμα και τη ζωή του, το αυτονόητο δικαίωμα στη γνώση και στη μόρφωση.
Φίλοι μαθητές, βοηθήστε να σωθεί ο Νίκος και να κερδίσει το στοιχειώδες ίδιο με το δικό σας δικαίωμα στη μόρφωση και στη ζωή. Η αλληλεγγύη για τη σωτηρία της ζωής του Νίκου είναι αγώνας και για τη δική σας ζωή και μόρφωση.
Όταν η Τυραννία είναι Νόμος, η εξέγερση δεν είναι απλά ο τρόπος ζωής, που έχει το περισσότερο νόημα . Όπως διδάσκουν ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτονας, γίνεται ΚΑΘΗΚΟΝ.

Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2014

«Δε θα γίνεις φοιτητής ποτέ, Ρωμανέ, Ρωμανέ…» λέει το Δικαστικό Συμβούλιο ... όμως κι εμείς μπορούμε να πούμε σε κάθε μέλος του «Δε θα γίνεις άνθρωπος ποτέ, δικαστικές, δικαστικέ».


Πριν από λίγα λεπτά μεταδόθηκε από ραδιοφωνικούς σταθμούς η είδηση ότι το Δικαστικό Συμβούλιο απέρριψε το αίτημα του Νίκου Ρωμανού για φοίτηση στη σχολή όπου πέρασε. Δεν πρόκειται απλώς για ένα μνημείο αναλγησίας: η απόφαση αυτή θα λειτουργήσει σαν καταλύτης για απρόσμενες και δραματικές εξελίξεις -και δεν εννοούμε το θάνατο του Ρωμανού, τον οποίο όλοι απευχόμαστε- αλλά τον νεανικό (και όχι μόνο) ξεσηκωμό που εύλογα προβλέπεται ενόψει μάλιστα της 6ης επετείου...

από το θάνατο του Γρηγορόπουλου.

Αν αναρωτηθούμε μήπως η απαγόρευση των σπουδών του Ρωμανού συμπεριλαμβάνεται στο e-mail της τρόικας, μπορεί να επικριθούμε για υιοθέτηση θεωριών συνωμοσίας… μόνο που, γι” άλλη μια φορά, η ίδια η ζωή θ” αποδειχτεί ο μεγαλύτερος συνωμότης.

Mπορεί το Δικαστικό Συμβούλιο να λέει «Δε θα γίνεις φοι τητής ποτέ, Ρωμανέ, Ρωμανέ», όμως κι εμείς μπορούμε να πούμε σε κάθε μέλος του «Δε θα γίνεις άνθρωπος ποτέ, δικαστικές, δικαστικέ».

Η απάντηση του Νϊκου Ρωμανού ήταν άμεση:

    Εγώ από την πλευρά μου συνεχίζω, προσπερνάω την οποιαδήποτε πιθανότητα να κάνω πίσω και απαντάω με ΑΓΩΝΑ ΩΣ ΤΗ ΝΙΚΗ Ή ΑΓΩΝΑ ΩΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ.

Αναδημοσιευση απο : Το Γρεκι

Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2014

Στο παλιό Ληξούρι…στου χωριού το μαγαζί

Στην παλιά ταβέρνα
Στην παλιά ταβέρνα
Η  νόνα μου η Μαρίνα η Λούκαινα με πήρε μαζί τση για να την αγιουτάρω στα ψώνια και στο μομέντο αρεβάραμε στο μαγαζί του χωριού μας μπαίνοντες από ιην πισινή μπασιά.
Πίσωθε από το τεζάκι στεκότουνε ολόρθος ο μαγαζάτορας, ο Σταθάκης ο Λουβέρδος, που μπονόρα-μπονόρα ήτανε απίκου για να ξεπερετήσει τσου αβεντόρους του, προπαντός τσου χωριανούς και ορού · παρού κανέναν ξένονε, παραμπαστό ή ξενοχωρίτη που τύχαινε να διαβεί από το χωριό για κάποιο του θέλημα. Το μαγαζί δεν έκλειε ποτές, ήτανε ανοιχτό από τα βαθιά χαράματα μέχρι τα μαύρα μισάνυχτα, καθημερνές και γιορτάδες, χειμώνα · καλοκαίρι .
Σιαθάκη καλημερούδια, νια λίτρα τυρί, ένα κάρτο σαλούμι, νια πίντα πετρέλαιο, νια σκότουλα κιάκια και πέντε καραμέλες που τσέ χω νιπενιάρει στον έγγονα!, έκαμε η νόνα μου. Κι εκειός, σβέρτος και αλέστος, σ’ ένα μι νούτο είχε ετοιμάσει τα ψώνια, είχε κάμει και το λογαριασμό από το τσερβέλο του και είχε αρκινήσει την κουβέντα.
Ο Σταθάκης ο Λου­βέρδος ήτανε ο τελευταίος από τσου παλαι­ούς μαγαζάτορες που σφράγισε με την πα­ρουσία του την ιστορία του παλαιού μαγαζιού του χωριού μου, του Σκινιά τση Παλικής. Βεραμέντε ήτανε και ο πούλιο σεστάδος στη δουλειά του, ήτανε από τσου πιο αέριους μαγαζάτορες τση Παλικής, πραματικός άρκοντας στο πόστο του και στσι συναλλαγές του. Με το θάνατό του ψινίρησε νια μακρόσυρτη ιστορία ζωής του παλαιού παραδοσιακού μα­γαζιού στο χωριό και ανοίχτηκε νια καινόρια σελίδα.
Πολύ mo μπρι από δαύτονε είχανε περάσει ο Σκλαβούνος, ο Κύρος, ο Αναστάσης ο Γούναρης, ο Παύλος ο Σπαρτσίνης.
Τι ανθρώποι, αλήθεια! Ανθρώποι αλέγροι, ανε­νόχλητοι, αγνοί, γιομάτοι αγαθότητα… θεός σχωρέσ’ την ψυχούλα τσου! θυμώμαι, παιδί ακόμα εκειόνε τον μακαρίτη τον Παύλο το Σπαρτσίνη.
Τον είχαμε ταράξει τσι κουτσουκέλες, στσι κατεργαρίες! Του κουβόλιαμε φουχτιές παλαιά κέρματα, παλαιές μο­νέδες κι εκειός ο δύστυχος τσ’ παίρνε γιατί είχε φέλα του ματιώνε και δεν έγλεπε καλά και του γιομόζαμε τα κατζέλα που είχε στο τεζάκι του με κάρπικα κέρματα, ενώ την ίδια ώρα δεν έμενε λώθρα από τσι καραμέλες, το παστέλι, το μαντολάτο, τα στραγάλια! Κι άμα κανιά βολά έπαιρνε μυρουδιά το κάρπικο κέρμα, έλεγε, χωρίς κανένα θυμό και κανιά κακία αλλά με νια καλοσύνη που σε άφηνε σέκονε:
“Πήαινε, ορέ, στο διάολο, κάρπη, δεν περ­νάνε οι μονέδες σου, είναι κάρπικες! Άσε που είχε νια βολυμόπενα για να γράφει τα μπιστιού και κόντευε ο ψημένος να γαμόσει ένα ολόκληρο δεφτέρι που το’ χε φκιασμένο με στρατσόχαρτο από κειο τουν κρεοπώλη- δώνε! Δανεικό κι αγύριγο. Έδεπα μέσα θυ­μήθηκα νιαν ιστορία με σπέντολες μ’ έναν ταβερνιάρη του Αργοστολιού, που ο ψημένος φαλίρησε κι αμά πήε να βουρλιστεί από τα μπιστιού που τόνε φορτώσανε κάποιοι αβεντόροι του.
Ο Γιαννάτος Μικέλης Γκ ιόνιας Κανονιέρης είχε νιαν ταβέρνα στο Βόρτο στο Γροστόλι. Ο Μικέλης έγραψε τα μπιστιού πίσωθε οπό την ξώπορτα τση ταβερνός του. Κανιά βολά απ τα πολλά μπιστιού φιλίρησε.
Τότενες έβγαλε την ξώπορτα από τσι πορταδέλες και την εστέλιασε απά στο πεζοδρόμιο έτσι που να φαίνεται η πίσω πλευρά με τ σου χρεωφειλέτες του. Έβαλε και νιαν επικεφαλίδα που έγραφε:
“Ούλα ετούτοι εδώ με αγιοοτάρανε να φαλίρω”.
Στα χρόνια του Σταθάκη του Λουβέρδου είχε δεύτερο μαγαζί ο Μπάμπης ο Ρόκος, ο Πανα­γής ο Μποδοσάκης, ύστερα ο Γιώργης ο Παλημέρης. Τελευταίοι, τώρα, ο Σπύρος και ο Αίας του Σπαθάκη συνεχίζουνε όσο μπορού­νε νια παράδοση που βαστάει πολλούς χρό­νους.
Ξεκίνησα από το μαγαζί του χωριού μου, που βεραμέντε εκείνη την εποχή ήτανε το καλύ­τερο τση Ανωής, για να σας δώκω στην συ­νέχεια. πηέναμεμιε ιην πιο καλή διάθεοη και όχι για κορκοσουριό και κατηγόρια, μερικά γε­νικά στοιχεία για τα μαγαζιά τση εποχής εκεί­νης, βιώματα και θύμησες, αλήθειες και φα­ντασίες, πλασμένες μέσα από νια πραγματι­κότητα, από πληροφορίες και συζητήσεις και είμαι σεγούρος πως καθένας σας θα γδει μέσα σε τούτες τση γραμμές το μαγαζί και το μαγαζάτορα του χωριού του, θα φέρει στο μυαλό του προσωπικές θύμησες και εμπει­ρίες και θα θυμηθεί παλαιές όμορφες μέρες στο χωριό του και στο μαγαζί του, που διαβή- κανε, που αλλάζανε όπως τόοα και άλλα στη ζήση μας.
Γιατί το μαγαζί του χωριού ήτανε προπαντός τον καιρό εκειόνε κάτι οαν την εκκλησιά, σαν το σκολειό, προέχταση του σπιτιού τσου, ένα κομμάτι τση ζωής τουν κατοίκωνε, ένα κομμάτι τση ψυχής τσσυ.
Κάποια μαγαζιά και κάποιοι μαγαζάτορες τση εποχής εκείνης σφρογ(σανε την εποχή και τα χωριά τσου, αφήκανε οπίσω τους νιαν ολόκληρη ιστορία, στο Σκινιά ο Σταθάκης, στην Κοντογενάδα ο Κονταρός, στα Μονοπω- λάτα ο Κουνάδης, στην Άγια · θέκλη ο Πλά­τος κι ο Μπατίρης, στα Βλιχάτα ο Χριστόφο­ρος και πάει λέοντες!
Το χωριό όπως ξέρουμε ούτε είχε, ούτε έχει, ούτε και θ* αξιωθεί ποτές να χει τσι χαρές τση χώρας, τα θέατρα, τσου κινηματόγραφους, τα κέντρα διασκέδασης, τσι βεγγέρες και τσι φιέστες και τόσα άλλα φαμόζα σπετόκολα
Το χωριό είχε μοναχά δυο κέντρα σύναξης και επαφής τση κοινωνίας του, την εκκλησιά και το μαγαζί, που πολλές βολές παραργατάρανε αναμεταξύ τσου ποιο θα κερδέξει τσου πολύτερους αβεντόρους. Στην εκκλησιά πηαίνανε άντρες και γυναίκες να κόμουνε το σταυρό τσου, να διαβαστούνε, να δοξαλογήσουνε το Μεγαλοδύναμο, την Παρτένα, έναν Άγιο, να κόμουνε τη σπακόδα τσου δείχνοντες την αλλαξιά τους την καλή, να γδούνε κανέναν άθρωπο, και να κόμουνε και το απαραίτητο κουτσομπολιό και τσι κοι­νωνικές τσου σχέσες.
Στο μαγαζί πηαίνανε να πιούνε κάναν καφέ ή κάνα ουζάκι, να παίξουνε τράπουλα, πηαίνανε για κουβεντολόι και να μάθουνε και κάνα μαντάτο.
Πηαίνανε να πούνε κανιά παρόλα, να κόμουνε τα αστεία τσου, τσι κουτσουκέλες τσου, να τσιγκρίσει ο ένας τον άλλονε για να περάσει η ώρα Βεραμέντε ούτε που θυμώμαι πόσες τέτοιες πατσανάτσες και μπούρλες έχω α­κούσει
Μη λησμονάμε και το Ληξουριώτικο πνεύμα το Ληξουριώτικο πείραγμα που ήτα­νε απίστευτο. Πραματικά, ο Ληξουριώτης είναι τσιγκρίδι, είναι πειραχτήρι, δεν βαστιέ­ται με τίποτις, άμα δεν έχει ποιόνε να πειρά­ξει τα βάνει με την αφεντιά του, κοροϊδεύει τα μούτρα του!
Το μαγαζί χρόνια πολλά ήτανε αποκλειστικά χώρος των αντρώνε, κέντρο τση αντροκρατίας και η γυναίκα δεν ε κόπια­ζε σ* εφκειόν τον χώρο, δεν επιτρεπότανε καλά-καλά ούτε να ‘ρτει να ψωνίσει. Είχανε μάλιστα ξεχωριστή μπασιά στο μαγαζί από την πίσω μεριά για να μην περνάνε οι γυναί­κες από τον χώρο των αντρώνε.
Το μαγαζί λοιπό το συνάνταες πάντα στο κέντρο του χωριού, ακριβώς στο σταυροδρόμι απ’  όπου πηαίνει κανείς σ* ούλες τσι γει­τονιές του χωριού Αργότερα που προστέ­θηκε και δεύτερο μαγαζί το φτιάκανε και τούτο δω κοντά στο πρώτο, στη μέση του χωριού και παραργατάρανε ποιο από τα δύο θα κερδέξει τσου πολύτερους αβεντόρους.
Στο μαγαζί εύρισκες λίγα απ’  όλα, σε ναι με­γάλη ποικιλία αλλά πάντα σε περιορισμένη ποσότη.’
Διάφορα τρόφιμα όσπρια τυρί, μοκαρούνια, μανέστρα σαλούμια. ελιές, λο γκέρδα, καπνιστούς, μπακαλιάρο, κοφίσι, αυ­γά, κρασί, καφέ, ζάχαρη, καραμέλες, μπισκό­τα, τσαπέλες, συκάδια. σταφίδα στραγάλια, πορτοκαλάδες, λεμονάδες, μπιράλ και του Χριστουγέννου παστέλι και μαντολάτα
Ύστε­ρα πιατικά, ποτήρια, μαχαίρια περούν», κου­τάλια, πύργιες, λαμπόγυαλα, πλαστικά δοχεία και αγγεκΐ  Πετρέλαιο για την λάμπα, σπίρτο για εντριβές και για το καμινέτο, το λουμίνη.
Για τσι ανάγκες διάφορα ρεμέντια, ριτσι νόλαδο και αβδέλες, ασπιρίνες και αλγκόν, κινίνο, σπίρτο και γάζες, ανακόλια, βιζικατό- ρια και βεντούζες. Το μαγαζί δεν ήτανε μο­ναχά καφενείο, ήτανε και μπακάλικο και σπετσαρία και τόπος για καντάδα με λίγο κρασί ή ούζο και κανένα σαλούμι ή ελιές για μεζέ, τόπος  για τράπουλα νια να περνάει η ώρα.
Σόλιο, κοτζίνα, ιρισέτι, ξερή και κανιά πρέφα για ένα φυλιτζάνι καφέ ή ένα μπικιρίνι ούζο. Τα διάφορα τρόφιμα δεν τα φυλάγανε όπως έπρεπε, δεν ήτανε εξασφαλισμένα παρ! ήτανε ποστιασμένα χωρίς κανιά προφύλαξη από στσι σκατζιές του μαγαζιού εκτεθειμένα στσι μύγες και στα διάφορα έντομα, στον καπνό από τα τσιγάρα στην κάψα ή στο κρύο, στον αγέρα στσι σκόνες, στην ογρασιά, στη νότια.
Ψυγεία δεν υπάρχανε, τα τρόφιμα είχανε πολύ κακή συντήρηση και ήτανε και κακής ποιότης.
Τα αναψυχτικό τα κρεμούσανε με νια λάτα μέσα σε ένα πηγάδι για να είναι δροσερά. Τα mo επικίντυνα να αλλοιω­θούνε τα βάνανε μέσα στο φανάρι, ένα με­γάλο σιδερένιο κουτί με οίτες, για να αερί- ζουνται και το κρεμούσανε στο πατερό του μαγαζιού. Ύστερα τα επούλιανε κακοζυγι- σμένα και λειψά. Τα σκάρσο ζύγια στα μα­γαζιά του χωριώνε αποτελούσανε νια παμπά- λαιη παράδοση και κανένα μέτρο τση πολι­τείας δεν εμπόριε να τήνε σταματήσει Οι μα- γαζάτορες δεν αμπαδάρανε τίποτις, κανένα όρντινο, κανιά απειλή, γιατί είχανε δικόνε τσου το χωροφύλακα όπως θα γδούμετε πα- ρακάτου.
Σώζουνται και αναφορές χωροφυ λάκωνε προς τον τότε Διοικητή τση άστε- νομίας του Ληξουριού που ελέγανε πως τα πέζα ήτανε σκάρσα και πως ότι οι μαγα- ζάτσρες εκλέβανε στο ζύγι Ούλος ο σερνι­κός πληθυσμός επέρναε την ώρα του κυρίως τσι μέρες τση κακοκαιρίας στο μαγαζί με συντροφιά ένα φυλιτζάνι καφέ, ένα μπικιρίνι ούζα με ιην τράπουλα, με αστεία και κουβέ­ντα για τσι καθημερνές δουλειές και τα βά­σανα του κάμπου και τση ζήσης του. Ακόμα και ο παπάς του χωριού εδώ έρκεται για να συναναστραφεί το ποίμνιό του, τσου πκττούς του.
Το μαγαζί ήτανε ο χώρος όπου συνάνταες όπαονε ήθελες από τσου χωριανούς και το βράδυ ούλους μαζεμένους. Έισι οι διάφοροι υποψήφιοι βουλευτάδες εδώ ερκόντανε για ναν τσου συναντήσουνε και να πούνε λίγα λόγια μπρι τσι εκλογές για να πάρουνε ψή­φους·
Μάλιστα τον ερκομό τσου τον ανάγ γελνε η καμπάνα τση εκκλησιάς που εβάριε για ναν τσου καλέσει ούλους στο μαγαζί.
Έτσι ο μαγαζάτορας απόχταε και κάποιες σχέσες με τσου πολιτικούς και γενότανε πο­λιτικός παράγοντας. Οταν επήαινε στη χώρα για εμπόρευμα σε αντίθεση με τσου άλλους χωριανούς που πολύ σπάνια πηαίνανε, έφερ­νε και κανιά εφημερίδα εκουβάλιε κάποιες είδησες και έτσι το ‘παίζε και ο ειδικός στην πληροφόρηση και την ενημέρωση.
Επειδή τότες δεν ύπαρχε άνεση ρευστού πολλές φορές επούλιε μπκπιού και ξεπερέταε τσου πιο φτωχούς και κανιά βολά απανώγραφε και τσου χρεοφειλέτες του και τσου ‘παίρνε πολύτερα λεφτά.
Ο μαγαζάτορας είχε γνωρι­μίες με τον όξου κόσμο και έδινε την εντύ­πωση πως ξέρει πολύτερα από τσου άλλους κι έτσι γενότουνε και ξετιμωτής και συβιβα- στής σε διάφορους καυγάδες και τσακω­μούς.
Κάποιοι μάλιστα, είτε ξαπόσχα είτε άθελά τσου, γενόντανε και όθρωποι τση αστενομίας και δίνανε πλεροφορίες για την προστασία τση έννομης τάξης στ σου χωρο­φύλακες και έτσι είχανε ασυδοσία στσι πα­ρανομίες τσου, όπως είδαμε παραπόνου στα ζύγια
Έτσι ο μαγαζάτορας, δίπλα στον παπά, τον πρόεδρο, το δάσκαλο, γένεται και τούτος προσωπικότητα του χωριού
Μπακάλης, σπετσέρης, δανειστής, ξετιμωτής, συβιβαστής, τα πάντα!
Έτσι ήτανε το μαγαζί και ο μαγαζάτορας τό­τενες στο χωριό. Κι αμά ήρτε το ράδιο, μας κόπιασε η συγκοινωνία τα super markets, η τελεβιζιόναί- Ολα αλλάξανε! Το μαγαζί έπε­σε και τούτο θύμα τση αλλαγής των καιρών.
Έχασε την ψυχή του…Αλλαξε και τούτο! Ομως ακόμη και σήμερα εξακολουθόει να είναι ένας χώρος μάζωξης του χωριατώνε για να περνάνε την ώρα τσου, να ανταμώνουνε και να λένε τα νέα τσου, να καλύπτουνε τσι βασικές ανάγκες τσου. Κι εσύ σήμερα λες την ίδια κουρέντα που έλεγε ο νόνος σου μπρι από πάρα πολλούς χρόνους:
- Πάω νια βόρτα μέχρι το μαγαζί να γδω κανέναν άθοωπο και να περάσει η ώρα μου!
Πηγή άρθρου: Από την Εφημερίδα ΛΟΓΟΣ ΚΕΦΑΛΛΗΝΩΝ & ΙΘΑΚΗΣΙΩΝ
- See more at: http://www.kefaloniatoday.com/kefalonitika/afieromata/sto-palio-lixouri-stou-choriou-magazi-101694.html#sthash.adGiFUjz.dpuf      http://www.sppantelios.blogspot.gr/

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2014

"Για μια ανάσα ελευθερίας" - Για τον Νίκο Ρωμανό


Ο Νίκος Ρωμανός γεννήθηκε τον Ιανουάριο του 1993. Στις 8 Δεκεμβρίου 2008, σε ηλικία 15 χρονών είδε τον φίλο του Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο να δολοφονείται μπροστά στα μάτια του από σφαίρα αστυνομικού. Την 1η Φεβρουαρίου 2013, σε ηλικία 20 ετών συμμετείχε σε ένοπλη ληστεία τράπεζας στο Βελβεντό Κοζάνης, για την οποία συνελήφθη άμεσα και μαζί με τους εξίσου νεαρούς συνεργούς του, ξυλοκοπήθηκαν βάναυσα από τους αστυνομικούς. Παρότι είχε αρνηθεί να καταθέσει στη δίκη του Κορκονέα το 2010, ο πατέρας του Γρηγορόπουλου μετά τη σύλληψή του για τη ληστεία δήλωσε ότι ο Ρωμανός "ήταν το δεύτερο θύμα των Κορκονέα και Σαραλιώτη. Εκείνο το βράδυ οι δολοφονικές σφαίρες σκότωσαν και τον Νίκο". Την 1η Οκτωβρίου 2014 καταδικάστηκε σε 15 χρόνια και 11 μήνες φυλάκιση χωρίς να του αναγνωριστούν τα ελαφρυντικά που είχε προτείνει ο εισαγγελέας, εν τούτοις με βάση τον κοινό ποινικό κώδικα και όχι τον αντιτρομοκρατικό νόμο.
Μετά από φοίτηση στο σχολείο των φυλακών Αυλώνα, το καλοκαίρι του 2014 ο Ρωμανός συμμετείχε στις Πανελλαδικές εξετάσεις και πέτυχε την εισαγωγή του στο ΤΕΙ Αθήνας. Αρνήθηκε τη σχετική βράβευση τόσο από τον υπουργό Δικαιοσύνης όσο και από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, και ζήτησε εκπαιδευτική άδεια προκειμένου να παρακολουθεί τα μαθήματα της σχολής του, η οποία δεν του χορηγήθηκε. Στις 10 Νοεμβρίου 2014 ξεκίνησε απεργία πείνας με αίτημα την χορήγηση αυτής της άδειας, την οποία συνεχίζει με άμεσο πλέον κίνδυνο της ζωής του.
Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ούτε ακραιφνής αναρχικός όπως δηλώνει ο Ρωμανός, ούτε περισπούδαστος ψυχολόγος, ούτε και έγκριτος νομικός για να κατανοήσει την πορεία ζωής αυτού του ανθρώπου. Όποιος στοιχειωδώς συναισθάνεται τι όπλισε το χέρι του, μπορεί να καταλάβει πολλά τόσο για τον ίδιο όσο και για την πολιτική συνθήκη στην οποία ζούμε.
Καταρχήν, σε καμία περίπτωση δεν αξίζει σε έναν νέο άνθρωπο με βεβαρυμένο παρελθόν για το οποίο δεν ευθύνεται ο ίδιος, που τέλεσε παράνομες πράξεις όχι όμως προς ίδιον όφελος αλλά εμφορούμενος από τις ιδέες του περί κοινωνικής δικαιοσύνης, να καταδικάζεται σε πολύχρονη κάθειρξη και μάλιστα δίχως να του δίδονται όσα εκ του νόμου δικαιούται. Πέραν του ότι γνωρίζουμε όλοι πολύ καλά τι μαθαίνουν οι έγκλειστοι στο «σχολείο» των φυλακών -όχι στα τυπικά σχολεία που λειτουργούν με απίστευτες δυσκολίες εντός των φυλακών, οι εκπαιδευτικοί των οποίων είναι αξιέπαινοι, αλλά στο άτυπο σχολείο της βάρβαρης καθημερινότητας του εγκλεισμού που αποκτηνώνει, περιθωριοποιεί και εν τέλει κατασκευάζει εγκληματίες- η ίδια η έννοια του σωφρονισμού στέκει αμήχανη μπροστά σε ένα τέτοιο περιστατικό.
Αναρωτιόμαστε αν αυτό είναι το καλύτερο που μπορεί να κάνει η κοινωνία μας απέναντι σε νέους ανθρώπους που έχοντας εισπράξει από πρώτο χέρι την θηριωδία της, αποκρίνονται και οι ίδιοι με βία και απόρριψη. Τους στοχοποιεί, τους κολάζει για πάντα και αδιαφορεί τελικά αν ζήσουν ή αν πεθάνουν; Όσοι εκφράζουν αστόχαστα το επιχείρημα «τα ήθελε και τα έπαθε» έχουν αναρωτηθεί ποιες είναι οι πιθανότητες να βρισκόντουσαν οι ίδιοι ή τα παιδιά τους στην θέση του Ρωμανού;
Αλλά ας πάμε ένα βήμα παραπέρα κι ας αναλογιστούμε ότι αυτό είναι ένα πρώτης τάξεως παράδειγμα για να κατανοήσουμε το γιατί τελικά «τα θέλουν» κάποιοι. Η κοινωνία δεν συστήθηκε με έναν διαμορφωμένο «περιθωριακό», «τρομοκράτη» ή ακόμα και «επαναστάτη», ανάλογα με την οπτική γωνία καθενός, αλλά με έναν δεκαπεντάχρονο του οποίου παρακολουθεί την εξέλιξη σε ανυπότακτο ενήλικα, μέσα από μια πολύ ευανάγνωστη αλυσίδα γεγονότων. Η κοινωνία δια του δράματος του Ρωμανού έχει μια ευκαιρία να αναστοχαστεί πάνω στην ίδια, να κοιτάξει στα μάτια τα παιδιά της και να δει πολύ ευδιάκριτα το σημείο ανατροπής μεταξύ ολικής υποταγής στο άδικο και ολοκληρωτικής της άρνησης. Αν το αντέχει βέβαια.
Όσο για το τι αντέχει και τι δεν αντέχει ο ίδιος, παραθέτουμε αυτούσια τα λόγια του: «Έτσι και αλλιώς τα σώματα των ανυπότακτων πάντα άντεχαν, το ξύλο, τις βρισιές, τον εγκλεισμό και τις χειροπέδες. Και αν καμιά φορά κοντοστέκονται δεν είναι από τις σφαλιάρες και τις κλωτσιές των γουρουνιών, αλλά από τα υποταγμένα βλέμματα που παραδέχονται σιωπηλά την συνενοχή τους». Αυτό που πραγματικά δεν αντέχεται, δεν είναι άλλο απ’ τη συνενοχική σιωπή της υποταγής.
Η ανάσα ελευθερίας που επικαλείται ο Ρωμανός δεν αφορά μόνο τον ίδιο αλλά όλους μας, καθώς είναι η ανάσα εκείνη που θα μας επιτρέψει να δημιουργήσουμε «απελευθερωμένους χωροχρόνους μέσα στη γενικευμένη αιχμαλωσία που παράγει το σύστημα».
Τα αιτήματα του Νίκου Ρωμανού πρέπει να ικανοποιηθούν άμεσα. Η ζωή του είναι ένα ζωτικό στοίχημα στα χέρια μας. Να την διεκδικήσουμε, διεκδικώντας παράλληλα κοινωνική αξιοπρέπεια και δικαιοσύνη για όλους.
Κοινωνικό Εργαστήρι Τραβέρσο
http://www.sppantelios.blogspot.gr/ Δεκέμβρης 2014   

Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2014

Στα "Φυλακισμένα Μνήματα" της Λευκωσίας. Η Χορωδία και Μαντολινάτα Αργοστολίου καταθέτει στεφάνι στα "Φυλακισμένα Μνήματα" των Αγωνιστών της Κύπρου, μέσα στο προάυλιο εν λειτουργία φυλακής της Λευκωσίας.




 Η Χορωδία και Μαντολινάτα Αργοστολίου καταθέτει στεφάνι στα "Φυλακισμένα Μνήματα" των Αγωνιστών της Κύπρου, μέσα στο προάυλιο εν λειτουργία φυλακής της Λευκωσίας.

Μια συγκλονιστική ξενάγηση στις φυλακές  της Λευκωσίας , φυλακές εν ενεργεία.
Επισκεφθήκαμε το χώρο πριν μερικές ημέρες κατά τη διάρκεια της επίσκεψης  της Χορωδίας και Μαντολινάτας Αργοστολίου στη Λευκωσία. 
Οι Βρετανοί τότε καταχτητές της Κύπρου, φυλάκισαν μέσα στο χώρο των φυλακών τα  μνήματα Αγωνιστών για την ελευθερία, τους οποίους προηγούμενως είχαν εκτελέσει με απαγχονισμό... Ολοι νέα παιδιά, ο ανθός και το μέλλον της Κύπρου... "Εφυγαν στα 18 τους, το πολύ στα 24 για την πίστη τους στην Ελευθερία και στην Ενωση της Κύπρου με την Ελλάδα.. 
Στον χώρο η Χορωδία Αργοστολίου και η Χορωδία Κερύνειας κατέθεσαν στεφάνια Μνήμης και Τιμης. 
 √ Διαβάστε την ιστορία ...
 Φυλακισμένα Μνήματα είναι η ονομασία ενός κοιμητηρίου το οποίο βρίσκεται στις Κεντρικές Φυλακές της Λευκωσίας όπου οι Βρετανοί έθαβαν τους απαγχονιζόμενους κατά την διάρκεια του ενωτικού απελευθερωτικού αγώνα του 1955-1959 για την απελευθέρωση της Κύπρουαπό τους Άγγλους, και την Ένωση της με την κυρίως Ελλάδα.
 
Το κοιμητήριο κατασκευάστηκε από τους Βρετανούς επί κυβερνήτη Τζων Χάρντιγκ. Σχεδιάστηκε σαν ένας περιτοιχισμένος μικρός χώρος δίπλα από τα κελιά των μελλοθανάτων και την αγχόνη. Έμεινε στην ιστορία με την ονομασία "Φυλακισμένα Μνήματα".


Οι Βρετανοί αποφάσισαν να θάβουν εκεί όσους εκτελούνταν για την δράση τους στον απελευθερωτικό αγώνα όπως και ηγετικές μορφές τηςΕθνικής Οργάνωσης Κυπρίων Αγωνιστών (Ε.Ο.Κ.Α.) που σκοτώνονταν σε μάχες για να μη μετατρέπονται οι κηδείες τους σε μαζικά συλλαλητήρια και μαχητικές διαδηλώσεις.
 
 Στα Φυλακισμένα Μνήματα είναι θαμμένοι δεκατρείς αγωνιστές της Ε.Ο.Κ.Α., από τους οποίους οι εννιά εκτελέστηκαν με απαγχονισμό στις φυλακές, τρεις έπεσαν στο πεδίο της μάχης και ένας πέθανε σε στρατιωτικό νοσοκομείο, μετά τον τραυματισμό του σε μάχη.
Η κηδεία γινόταν αμέσως μετά τον απαγχονισμό. Μοναδική παρουσία ήταν εκείνη του ιερέα των φυλακών που έψαλλε τη νεκρώσιμη ακολουθία έξω από την κλειστή είσοδο του κοιμητηρίου. Ύστερα οι Βρετανοί τους έθαβαν, χωρίς να παρευρίσκεται κανένας συγγενής των νεκρών ή άλλος Ελληνοκύπριος. Οι συγγενείς των νεκρών μπόρεσαν να επισκεφθούν τους τάφους μόνο μετά το τέλος του αγώνα.
Οι εννέα απαγχονισθέντες, όλοι τους νέοι ηλικίας 19-24 ετών, είναι με τη σειρά που εκτελέστηκαν:
 http://el.wikipedia

 
 Ξεναγός μας , μια σπουδαία Κύπρια ,η  Τιτίνα Λοϊζίδου. Διαβάστε την ιστορία της , εδω :H Tιτίνα Λοϊζίδου κατά της Τουρκίας
 
  
 
 
 Στα Φυλακισμένα Μνήματα αναπαύονται ακόμα τέσσερις αγωνιστές της Ε.Ο.Κ.Α. οι οποίοι έπεσαν μαχόμενοι. Οι Άγγλοι αρνήθηκαν να δώσουν τις σορούς των ηρώων στις οικογένειές τους, φοβούμενοι τις λαϊκές εκδηλώσεις κατά την κηδεία τους. Τους έθαψαν στο κοιμητήριο των φυλακών, όπως τους απαγχονισθέντες. Οι τέσσερις αγωνιστές που όλοι έπεσαν στο πεδίο της μάχης είναι οι ακόλουθοι:


    Σε τέσσερις τάφους του κοιμητηρίου των Κεντρικών Φυλακών οι Άγγλοι έθαψαν οκτώ νεκρούς για εξοικονόμηση χώρου. Στον ίδιο τάφο βρίσκονται ανά δύο οι:
    • Ανδρέας Δημητρίου και Στυλιανός Λένας
    • Ανδρέας Ζάκος και Κυριάκος Μάτσης
    • Ανδρέας Παναγίδης και Μιχαήλ Κουτσόφτας
    • Γρηγόρης Αυξεντίου και Ευαγόρας Παλληκαρίδης
    Στον τοίχο του κοιμητηρίου υπάρχει η επιγραφή: «Τ' αντρειωμένου ο θάνατος, θάνατος δε λογιέται».
     
     Η "ξενάγηση" της φρίκης..
     Στα κελιά της απομόνωσης λίγο πριν τον απαγχονισμό
      
     
     Η απομόνωση 
     
     
     η πόρτα της φυλακής με μια οπή για ένα τσιγάρο απο συγγενή

     το κελί του μελλοθάνατου
     
     η ελέγχώμενη αφόδευση. Πλήρης έλεγχος των κοπράνων των μελλοθάνατων μήπως είχαν καταπιεί κάποιο χαρτί με μυστικά της ασντίστασης ή δηλητήριο για να αυτοκτονίσουν.
     
     
     η αγχόνη , σκόρπισε τον θάνατο στον ανθό της Κύπρου, σε φωτισμένα μυαλά , επικίνδυνα για τους  Βρετανούς καταχτητές
     

     η τάφρος που έπεφτε το σώμα
     
     ο ιατροδικαστής εξέταζε τον δολοφονημένο
     
     Η κουκούλα  
     
     ο μοχλός που άνοιγε την καταπαχτή κόβωντας το νήμα της ζωής των Αγωνιστών
      
     
     "Την Ελλάδα αγαπώ"  : οι στίχοι ειναι του 19χρονου Ευραγόρα Παλληκαρίδη που απηγχονίστηκε σε ηλικία 19 ετών απο τους Βρετανούς κατακτητές. Ηταν ένα σπάνιο μυαλό , ένας χαρισματικός νέος.   Τους στίχους μελοποίησε ο Κύπριος συνθέτης Μάριος Τόκας.
    Ακούστε το τραγούδι απο τη Χορωδία και Μαντολινάτα Αργοστολίου στη συναυλία που έδωσαν στο  Προεδρικό Μέγαρο της Κύπρου τον Νοέμβρη του 2014.  
    √ Δείτε εδω το ρεπορταζ του kefalonia press Aποθεώθηκε στο Προεδρικό Μέγαρο της Κύπρου η Χορωδία Αργοστολίου

      Στίχοι του κύπριου ήρωα-ποιητή Ευαγόρα Παλληκαρίδη (28 Φεβ. 1938 - 14 Μαρ. 1957):

    Ρώτησα τα μάτια που δακρύζουν
    κάποια αλήθεια να μου πουν
    κλαίνε πικρά να σ' αντικρύσουν
    γιατί μπορεί να σ' αγαπούν.

    Την Ελλάδα αγαπώ αλλά κι' εσένα
    με έναν έρωτα μεγάλο αληθινό,
    τα γαλάζια σου τα μάτια τα θλιμμένα
    τον καθάριο της θυμίζουν ουρανό.

    Ρώτησε εκείνη υπνωτισμένος
    μη σε δουν γιατί σιωπούν
    το συνιστούν κι' αυτά θλιμμένα
    για να σου πουν πως σ' αγαπουν.

    Την Ελλάδα αγαπώ αλλά κι' εσένα
    με έναν έρωτα μεγάλο αληθινό,
    τα γαλάζια σου τα μάτια τα θλιμμένα
    τον καθάριο της θυμίζουν ουρανό.
      
     Αθάνατοι!

    https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEg4cJZQmWHRHmzIS3LgLvGu_S9VaaPwClHX5eb-mgKtgMATwQ0epg_-re1ui72cGmhdDVBzHqOYpSEuOEJQOi-fFmBxbC-VA-vzZ0lVyesr40ReJlIp-0UCW-FHVsHGO5OmSdpVfkAW0Wc/s1600/cyprus2a.jpg+%25CE%259A%25CE%25A5%25CE%25A0%25CE%25A1%25CE%259F%25CE%2585%25CE%2585%25CE%2585%25CE%2585%25CE%2585%25CE%2585%25CE%2585%25CE%2585%25CE%2585%25CE%2585%25CE%2585%25CE%2585%25CE%2585%25CE%2585%25CE%2585%25CE%2585%25CE%2585%25CE%2585.jpg
     Αναδημοσιευση απο : Kefaloniapress.gr  http://www.sppantelios.blogspot.gr/

    Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2014

    Σαν σήμερα: Μικέλης Άβλιχος.


    Σαν σήμερα: Μικέλης Άβλιχος.Σαν σήμερα: Μικέλης Άβλιχος.
    Μικέλης Άβλιχος
    1844 – 1917
    Σατιρικός ποιητής από την Κεφαλλονιά, από τους τελευταίους εκπροσώπους της Επτανησιακής Σχολής. Μυήθηκε στις αναρχικές ιδέες στην Ελβετία, όπου σπούδαζε και με την ελευθερόφρονα στάση του προκαλούσε συχνά τη μήνι των συμπατριωτών του Ληξουριωτών.
    Ο Μικέλης (Μιχαήλ) Άβλιχος γεννήθηκε στις 18 Μαρτίου του 1844 στο Ληξούρι από εύπορη και αριστοκρατική οικογένεια. Διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα στο Πετρίτσειο Λύκειο του Ληξουρίου και αργότερα σπούδασε φιλολογία στη Βέρνη της Ελβετίας. Κατά την εκεί παραμονή του επηρεάστηκε αποφασιστικά από τα επαναστατικά ρεύματα που συντάραζαν εκείνη την περίοδο την Ευρώπη και ιδιαίτερα από την προσωπικότητα και τις ιδέες του Ρώσου αναρχικού Μιχαήλ Μπακούνιν.
    Όταν αργότερα επέστρεψε στο Ληξούρι, έταξε σκοπό της ζωής του την ηθική και πνευματική αναμόρφωση των συμπολιτών του, την απελευθέρωσή τους από τις θρησκευτικές και κοινωνικές προκαταλήψεις τους. Ως όπλο σ' αυτόν τον αγώνα χρησιμοποίησε τη σάτιρα, μία σάτιρα καυστική, που γρήγορα του στέρησε φιλίες και συμπάθειες και τον έκανε να ζει μέσα σε κοινωνική και πνευματική μοναξιά.
    Πολιτικά ήταν οπαδός του Ληξουριώτη ριζοσπάστη πολιτικού Γεωργίου Τυπάλδου-Ιακωβάτου, γνωστού με το προσωνύμιο Γιωργαντάρας, λόγω της πληθωρικής παρουσίας του στη Βουλή. Όπως και εκείνος, πίστευε πως ο μεγαλύτερος εχθρός του ελληνισμού ήταν η Ρωσία, γι' αυτό και σατίριζε δριμύτατα τον Ελευθέριο Βενιζέλο, όταν αυτός πήρε, στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, το μέρος της Αντάντ, της οποίας ήταν βασικό μέλος η μισητή του Ρωσία.
    Σύγχρονος και συμπατριώτης του Ανδρέα Λασκαράτου, πίστευε, όπως κι εκείνος, στην αναμορφωτική και ηθικοπλαστική δύναμη της σάτιρας. Η σάτιρά του δεν καταφεύγει τόσο εύκολα στο γέλιο, όσο του Λασκαράτου. Είναι περισσότερο σκυθρωπή, πικρή και αιχμηρή («με πίσσα και με θειάφι γράφω», έλεγε). Εν τούτοις κάτω από την οργίλη σάτιρα κρύβεται πάντα μία τρυφερότητα και ελεγειακή λυρική διάθεση, όπως ήταν ακριβώς και ο ποιητής ως άνθρωπος. Όσοι τον γνώριζαν, τον περιγράφουν ως εξαιρετικά πράο και προσηνή.
    Ο Άβλιχος ζούσε στη συνοικία του Αγίου Δημητρίου και στο σπίτι του μπορούσε να δει κανείς δίπλα-δίπλα την εικόνα του Αγίου Ανδρέα και την προσωπογραφία του Μπακούνιν, για να υπενθυμίζει στον επισκέπτη ότι ο ένοικος του σπιτιού ήταν ένας σαρκαστής και άθεος. Σύμφωνα, όμως, με τους φίλους του δεν ήταν άθεος, αλλά πίστευε σε μία δεύτερη ζωή και σ' ένα δικό του θεό. Χαρακτηριστικό είναι ότι λίγο προτού παραδώσει το πνεύμα στο νοσοκομείο του Αργοστολίου, ψέλλισε στους θρηνούντες φίλους του: «Μην κλαίτε! Ο Μικέλης πάει στη ζωή!...»
    Το πιο φιλόδοξο έργο του είναι το μακρόστιχο σατιρικό ποίημα «Η Πινακοθήκη της Κολάσεως», που έμεινε ημιτελές, Σ’ αυτό φαντάζεται τον εαυτό του ως ζωγράφο, που τον αγγάρεψε ο διάβολος να στολίσει την Κόλαση με εικόνες «ψυχών σατανικών». Κατόρθωσε έτσι να ζωγραφίσει τα πορτρέτα των πλέον μισητών του προσώπων και να προκαλέσει την οργή των συμπατριωτών του με τους καυστικούς στίχους του.
    Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε στο Αργοστόλι. Συχνά επέστρεφε στην αγαπημένη γενέθλια πόλη του, με νοσταλγική διάθεση. «Το Ληξούρι είναι οι φίλοι μου», έλεγε, έστω κι αν οι φίλοι του ήταν πλέον λιγοστοί.
    Ο Μικέλης Άβλιχος πέθανε στο Αργοστόλι στις 28 Νοεμβρίου του 1917, σε ηλικία 73 ετών. Η σορός του διακομίστηκε στο Ληξούρι, όπου και ετάφη. Το φέρετρό του υποβαστάζετο από νέους του Ληξουρίου, οι οποίοι τον έκλαψαν με πραγματική συγκίνηση, καθώς ήταν ιδιαίτερα αγαπητός στη νεολαία του Ληξουρίου.
    Ο Άβλιχος, κατά τη διάρκεια της ζωής του, δημοσίευσε σκόρπια τα ποιήματά του σε περιοδικά ή χειρόγραφα γνωστά μόνο σε λίγους. Το 1920 έγινε το πρώτο μεγάλο λογοτεχνικό αφιέρωμα στο έργο του από το περιοδικό Νουμάς (τεύχος της 9ης Μαΐου), ενώ μόλις το 1959 κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά συγκεντρωμένα τα ποιήματά του από τον Χαράλαμπο Λιναρδάτο.
    Αναδημοσιευση απο : http://vlahatasamis.gr/                         http://www.sppantelios.blogspot.gr/

    Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2014

    Μαρία Φωκά. Η γνωστή ( Κεφαλονίτισσα ) ηθοποιός που καταδικάστηκε σε ισόβια για κατασκοπεία, μαζί με τον Μπελογιάννη

    ,Μαρία Φωκά. Η γνωστή ηθοποιός που καταδικάστηκε σε ισόβια για κατασκοπεία, μαζί με τον Μπελογιάννη Μαρία Φωκά. Η γνωστή ηθοποιός που καταδικάστηκε σε ισόβια για κατασκοπεία, μαζί με τον Μπελογιάννη
    Η Μαρία Φωκά, για τους νεότερους, ήταν η αγαπημένη γιαγιά των σίριαλ, αλλά για τους παλαιότερους, που διατηρούν μνήμες απο τα χρόνια του πολέμου, ήταν μια σεμνή αγωνίστρια του θεάτρου και της ζωής. Η Φωκά στα μαύρα χρόνια της γερμανικής κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και ως μέλος του ΚΚΕ συμμετείχε στους αγώνες.

    Πάλεψε για τις ιδέες της και στα μεταπολεμικά χρόνια κάθισε στο εδώλιο και καταδικάστηκε ως κατάσκοπος κατά της Ελλάδας! Ηταν η εποχή του ψυχρού πολέμου και οι κομμουνιστές αντιμετωπίζονταν ως πράκτορες της Σοβιετικής Ένωσης.
    Την περίοδο της παρανομίας του ΚΚΕ, ήρθε σε επαφή με αριστερούς στο Παρίσι, που της έδωσαν χρήματα, για να τα μεταφέρει στο κόμμα στην Αθήνα. Έλειπε, όμως, ο άνθρωπος, στον οποίο έπρεπε να παραδώσει τα χρήματα. Ετσι, η Φωκά του άφησε ένα σημείωμα. Η αστυνομία έκανε έφοδο στο αρτοποιείο, όπου θα παραδίδονταν τα χρήματα, βρήκε το σημείωμα και ενοχοποίησε τη νεαρή ηθοποιό. Αυτό ήταν αρκετό, για να την κατηγορήσουν -όπως όλους τους κομμουνιστές- για αντεθνική δράση και κατασκοπεία. Έτσι, το 1952, βρέθηκε συγκατηγορούμενη των Νίκου Μπελογιάννη, Αργυριάδη, Μπάτση, Καλούμενου, Έλλης Παππά-Ιωαννίδου και πολλών άλλων, στην περίφημη δίκη, που κατέληξε σε εκτελέσεις. Στα πρακτικά αναφέρεται με το όνομα Μαρία Καλλέργη, δηλαδή με το όνομα του τότε συζύγου της, Λυκούργου Καλλέργη, επίσης ηθοποιού. Το Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών αποφάνθηκε ότι οι κατηγορούμενοι «εκηρύχθησαν ένοχοι». Ειδικότερα, καταδίκασε «διά ψήφων 3-2 την Καλλέργη Μαρία επί σκοπώ κατασκοπείας». Η ποινή αρχικά ήταν ισόβια κάθειρξη, αλλά αργότερα μειώθηκε σε 10 χρόνια κάθειρξη και επιβλήθηκε «αποστέρησις των πολιτικών δικαιωμάτων επί 10ετίαν»

    Ο μάρτυρας που «έκαψε» τη Φωκά
    Από τα πρακτικά της δίκης του «Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών (Τμήμα Β), κατά τις συνεδριάσεις του Φεβρουαρίου και της 1ης Μαρτίου του 1952, εντοπίσαμε το κάτωθι απόσπασμα, από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Κωνσταντίνου Παπαθανασίου: «Μετά την λήξιν του συμμοριτισμού υπήρχον πληροφορίαι ότι ειργάζοντο παρανόμως δίκτυα πληροφοριοδοτών και κατασκόπων, κατωρθώθη δε να τεθώμεν επί τα ίχνη των. Το πρώτο εντοπίσθη ασύρματος εις Γλυφάδαν…». Και συνεχίζει: «Η Καλλέργη ήλθεν από το Παρίσι εκ μέρους του Δημητρακαρέα διά να δη αν έφθασαν αι αποσταλείσαι 1.600 λίρες… Τα χρήματα αυτά προωρίζοντο διά τη χρηματοδότησιν του δικτύου»

    Η καταδίκη απο το Στρατοδικείο ανάγκασε την ηθοποιό να αποχωριστεί το θέατρο για οκτώ περίπου χρόνια. Επανήλθε στη σκηνή τη σεζόν 1958-59, σε περιοδεία του Λάμπρου Κωνσταντάρα.
    Foka prin-meta
    Η Μ. Φωκά γεννήθηκε το 1916 στο Αργοστόλι και σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης «Κάρολος Κουν». Πρωτοεμφανίστηκε το 1944 (περίοδος των Δεκεμβριανών), στον ρόλο της Ασημίνας στη «Στέλλα Βιολάντη» του Γρ. Ξενόπουλου, όπου γνωρίστηκε και με τον μετέπειτα σύζυγό της, Λυκούργο Καλλέργη, με τον οποίο απέκτησε μία κόρη.
    Η αγαπημένη γιαγιά του θεάτρου και της τηλεόρασης, η στρατευμένη ηθοποιός, άφησε την τελευταία της πνοή μετά από εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς στις 15 Ιουνίου 2001 στο νοσοκομείο St. Thomas του Λονδίνου, όπου ζούσε μαζί με την κόρη της Ισμήνη Καλλέργη. Ο τάφος της είναι στο κοιμητήριο του Πόρτσμουθ στη Νότια Αγγλία. 
    Μάρω Μπουρδάκου
    http://www.mixanitouxronou.gr/maria-foka-i-gnosti-ithopios-pou-katadikastike-se-isovia-gia-kataskopia-mazi-me-ton-belogianni/
    Το θέμα έστειλαν οι φίλοι, Ξένια Φερεντίνου και Τάκης Ανούσης.
    Τους ευχαριστώ θερμά                                                                                                   .http://www.sppantelios.blogspot.gr/
    Τ.Κ.

    Αναδημοσιευση απο : http://vlahatasamis.gr/